Ν. Παπαδόπουλος: Πώς η φορολογική μεταρρύθμιση αλλοιώνει τον θεσμικό πυρήνα της Κοινωνικής Ασφάλισης (βίντεο)

Διαβάστε-δείτε την εισήγηση του Δρ Νικόλαου Παπαδόπουλου, Εμπειρογνώμονα Κοινωνικού Δικαίου και μέλους της Μονάδας Κοινωνικής Ασφάλισης του Ερευνητικού Εργαστηρίου Κοινωνικής Διοίκησης (ΕΕΚΔ) του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής (ΠαΔΑ), στην ημερίδα που διοργάνωσε το Ταμείο, την Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2026, στο χώρο της 90ης ΔΕΘ:

 

Κυρία Υφυπουργέ,

Κύριε Προέδρε και μέλη της Διοίκησης του Ταμείου,

Κυρίες και Κύριοι,

καλησπέρα σε όλες και όλους. Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και τη φιλοξενία στη Θεσσαλονίκη. Με τη σύντομη εισήγησή μου, η οποία συμπυκνώνει ορισμένα από τα πορίσματα της συμβολής μου στο βιβλίο αυτό που επιμελήθηκαν οι Καθηγητές κ. Στεργίου και κ. Αμίτσης, δεν θα ήθελα να εστιάσω στο ζήτημα της υποχρεωτικότητας αυτό καθ’ εαυτό.

Ως προς το θέμα αυτό θα αρκεστώ να επαναλάβω ότι η κατάργηση της υποχρεωτικής ασφάλισης εγείρει σοβαρό ζήτημα και υπό το διεθνές και ευρωπαϊκό κοινωνικό δίκαιο. Διότι η υποχρεωτικότητα είναι ακριβώς το εργαλείο που δίνει υπόσταση στις αρχές της συλλογικής ευθύνης και της αλληλεγγύης που ενυπάρχουν στις διεθνείς συμβάσεις που έχει κυρώσει η Ελλάδα. Όταν ένας φορέας μετατρέπεται από υποχρεωτικής σε προαιρετικής υπαγωγής στην ασφάλιση, ο κίνδυνος μετακινείται από το συλλογικό επίπεδο στο ατομικό: ο ασφαλισμένος παύει να προστατεύεται ως μέλος μιας κοινότητας κινδύνου και αντιμετωπίζει τον κίνδυνο ως ιδιώτης. Παράλληλα, η γενική κρατική ευθύνη για την εποπτεία και τη διασφάλιση της επάρκειας της προστασίας καθίσταται δυσχερέστερη όταν το σχήμα αποσυνδέεται από τον πρώτο πυλώνα κοινωνικής ασφάλισης, ιδίως εφόσον δεν τίθεται σαφές ισοδύναμο πλαίσιο εγγυήσεων.

Με την παρέμβασή μου θα ήθελα να εστιάσω στη νομική συμβατότητα ή μη της θεσμοθέτησης ιδιάζουσας φορολογικής μεταχείρισης εισφορών και παροχών των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και των Αλληλοβοηθητικών Ταμείων υπό τον Ν. 5078/2023, με το διεθνές κοινωνικοασφαλιστικό κεκτημένο. Και αυτό διότι, παρά την διαφαινόμενη αποκατάσταση του υποχρεωτικού χαρακτήρα υπαγωγής στην ασφάλισης που επήλθε με τον ν. 5316/2026, η φορολογική αυτή μεταχείριση παραμένει σε ισχύ, στερώντας ενδεχομένως από τα Ταμεία αυτά τα πλεονεκτήματα που δικαιούνται ως φορείς υποχρεωτικής ασφάλισης.

Στο πλαίσιο αυτό είναι κρίσιμο να αναφέρω ότι η Ελλάδα έχει επιδείξει ιστορικά μια σταθερή δέσμευση στη διεθνή έννομη τάξη στον χώρο της κοινωνικής ασφάλισης. Κι όμως, εδώ αναδύεται ένα παράδοξο, που αποτελεί και τη βάση της παρέμβασής μου: οι δεσμεύσεις αυτές περιορίζονται στο επίπεδο της κύρωσης διεθνών συμβάσεων, όμως η ουσιαστική τους ενσωμάτωση στη φάση σχεδιασμού της εθνικής κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας παραμένει, συχνά, αποσπασματική. Στην πράξη, η αξιολόγηση της συμβατότητας ενός νομοθετήματος με το διεθνές κοινωνικό δίκαιο γίνεται ως επί το πλείστον εκ των υστέρων, ως αντίδραση σε παρατηρήσεις διεθνών οργάνων και όχι ως οργανικό τμήμα της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας. Το δε κοινοβουλευτικό στάδιο, συχνά υπό την πίεση ταχέων διαδικασιών, δεν προσφέρεται πάντοτε για τη λεπτομερή διεθνή νομική επεξεργασία των ρυθμίσεων.

Το αποτέλεσμα βεβαίως είναι προβληματικό: το διεθνές δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης, μολονότι παρέχει σαφές κανονιστικό πλαίσιο για τη συγκρότηση δίκαιων και ανθεκτικών συστημάτων, περιθωριοποιείται στη νομοπαραγωγική πρακτική. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ν. 5078/2023 δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Αντιθέτως, ανέδειξε με ένταση ζητήματα συμβατότητας με το κεκτημένο της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, του Συμβουλίου της Ευρώπης και του ενωσιακού δικαίου, μεταξύ άλλων. Tο κρίσιμο ερώτημα λοιπόν είναι αν η φορολογική μεταρρύθμιση αλλοιώνει τον θεσμικό πυρήνα της κοινωνικής ασφάλισης.

Είναι κρίσιμο να αναφέρω ότι η φορολογία δεν είναι απλώς «οικονομική» παράμετρος. Μπορεί να λειτουργήσει ως έμμεσος περιορισμός του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, διότι επηρεάζει το καθαρό επίπεδο προστασίας, άρα την επάρκεια. Ειδικότερα, η αυτοτελής φορολόγηση παροχών και η διαφοροποίηση μεταξύ κατηγοριών ασφαλισμένων (προ και μετά την ισχύ του Ν. 5078/2023) σε συνδυασμό με τη βαριά αυτοτελή φορολόγηση των εφάπαξ παροχών εγείρει κρίσιμα ζητήματα.

Κατά τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, όταν η φορολογική επιβάρυνση μειώνει αισθητά το καθαρό ποσό που λαμβάνει ο ασφαλισμένος, τίθεται το ερώτημα αν η παροχή παραμένει ουσιαστικά επαρκής, σύμφωνα με τον κοινωνικό σκοπό της. Η επιβολή αυτοτελούς φορολόγησης σε ύψος 20% επί των εφάπαξ παροχών των αλληλοβοηθητικών ταμείων περιορίζει σημαντικά το καθαρό ποσό που λαμβάνει ο ασφαλισμένος και, κατά συνέπεια, τον βαθμό υποκατάστασης του εισοδήματος που προορίζεται να εξασφαλίσει η παροχή.

Παράλληλα, η διαφοροποίηση φορολογικής μεταχείρισης μεταξύ ασφαλισμένων, με κριτήριο τον χρόνο υπαγωγής, προσκρούει στην αρχή της ίσης μεταχείρισης εντός του καθεστώτος. Και ένα τελευταίο σημείο ως προς αυτό: η υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση μπορεί να επηρεάσει τη βιωσιμότητα μέσω της αποδυνάμωσης της εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων, άρα να έχει και θεσμική επίπτωση στο ίδιο το σύστημα – κάτι που οι διεθνείς συμβάσεις που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο κρατικής ευθύνης.

Υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ιδιάζουσα φορολογική μεταχείριση μπορεί να αναλυθεί ως παρέμβαση στην περιουσία, όταν μειώνει ουσιωδώς την πραγματική αξία των παροχών στις οποίες ο ασφαλισμένος έχει θεμελιώσει νόμιμες προσδοκίες. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το ουσιώδες στοιχείο δεν είναι ο τρόπος χρηματοδότησης μιας παροχής, αλλά η ύπαρξη καθορισμένων νομικών διατάξεων που δημιουργούν εύλογες προσδοκίες στους πολίτες ότι θα λάβουν τις προβλεπόμενες παροχές. Μόλις ένα κράτος θεσπίσει ένα κοινωνικό καθεστώς παροχών, δεσμεύεται να το διαχειρίζεται με διαφάνεια, προβλεψιμότητα και ίση μεταχείριση, αποφεύγοντας στερήσεις ή διαφοροποιήσεις που επιφέρουν δυσανάλογη επιβάρυνση στους ασφαλισμένους.

Η νομολογία αυτή έχει άμεση συνάφεια με την περίπτωση του ΤΑΥΦΕ και των λοιπών αλληλοβοηθητικών ταμείων. Η επιβολή διαφοροποιημένης ή δυσμενούς φορολογικής μεταχείρισης στις εισφορές και παροχές του επηρεάζει άμεσα το περιουσιακό δικαίωμα των ασφαλισμένων, καθώς μειώνει την πραγματική αξία των παροχών και αλλοιώνει τις νόμιμες προσδοκίες που είχαν θεμελιώσει κατά τη διάρκεια της υπαγωγής τους στην ασφάλιση του ταμείου. Αν η φορολογική επιλογή δημιουργεί δυσμενέστερη θέση σε σχέση με άλλες συγκρίσιμες παροχές υποχρεωτικής ασφάλισης, τότε ανακύπτει και ζήτημα ισότητας, σε συνδυασμό με την απαγόρευση διακρίσεων που επίσης κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Περαιτέρω, δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, η επιβολή διαφορετικής φορολογικής μεταχείρισης μεταξύ των ασφαλισμένων του Ταμείου, καθώς και η εισαγωγή αυτοτελούς φορολόγησης με υψηλό συντελεστή 20% επί των εφάπαξ παροχών διαταράσσει τη συλλογική βάση χρηματοδότησης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, καθώς μεταφέρει δυσανάλογο φορολογικό βάρος στους ασφαλισμένους. Στην προκειμένη περίπτωση, η διαφορετική και επιβαρυντική φορολογική μεταχείριση των παροχών δεν συνοδεύεται από τεκμηριωμένη οικονομική ή κοινωνική αιτιολόγηση, ούτε αποδεικνύεται ότι συμβάλλει στη βιωσιμότητα ή την καθολικότητα του συστήματος.

Ο Ευρωπαϊκός Κώδικας Κοινωνικής Ασφάλειας, επιπλέον, υπογραμμίζει ότι η επιβολή πρόσθετης φορολογικής επιβάρυνσης στις παροχές ενός οργανισμού συμπληρωματικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως το ΤΑΥΦΕ, και μάλιστα με διαφορετικούς συντελεστές ανάλογα με το χρόνο υπαγωγής των ασφαλισμένων, διαρρηγνύει την αρχή της ίσου βάρους συμμετοχής και καταλήγει σε αναιτιολόγητη διαφοροποίηση μεταχείρισης εντός του ίδιου ασφαλιστικού καθεστώτος.

Κυρίες και Κύριοι,

Από τη συνοπτική αυτή εισήγηση θα έλεγα πως προκύπτει ένα κεντρικό συμπέρασμα: το διεθνές κοινωνικοασφαλιστικό κεκτημένο λειτουργεί ως θεσμικό κριτήριο ποιότητας της εθνικής κοινωνικής ασφάλισης. Δεν απαγορεύει μεταρρυθμίσεις, σεβόμενο το ευρύ περιθώριο εκτίμησης που έχουν τα κράτη μέλη στο πεδίο της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Θέτει, όμως, συγκεκριμένα όρια τόσο σε νομοπαρασκευαστικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο εφαρμογής της νομοθεσίας:

  • Όρια στην αποσύνδεση από την υποχρεωτικότητα, η οποία αποτελεί προϋπόθεση καθολικότητας και αλληλεγγύης.
  • Όρια στη μεταβολή του καθεστώτος όταν διακυβεύονται θεμελιωμένες προσδοκίες και η εμπιστοσύνη των ασφαλισμένων.
  • Όρια στη φορολογική απομείωση όταν η επάρκεια της προστασίας περιορίζεται ή όταν δημιουργούνται ανισότητες χωρίς κοινωνικοασφαλιστικό έρεισμα.
  • Και, τελικά, όρια στην οπισθοδρόμηση της κοινωνικής προστασίας.

Κλείνω με μια σύντομη, αλλά κρίσιμη επισήμανση: η συμμόρφωση με το διεθνές κοινωνικό δίκαιο δεν είναι τυπική υποχρέωση. Είναι δείκτης κράτους δικαίου, δείκτης θεσμικής συνέπειας και –τελικά– δείκτης κοινωνικής εμπιστοσύνης.

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

Σχετικές Ανακοινώσεις

Πρόσφατες Ανακοινώσεις